Υπόγεια διαδρομή
ΕΙΧΑ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ότι αυτό το παράξενο τραίνο ταξίδευε για ώρες σε υπόγειες σήραγγες, χωρίς να ανεβαίνει ποτέ στην επιφάνεια, χωρίς να σταματά ποτέ. Είχα απηυδήσει από το κατάφωτο έρημο εσωτερικό του βαγονιού, απ’ την ίδια και απαράλλακτη μαυρίλα που έκανε τα παράθυρα να καθρεφτίζουν συνεχώς το πρόσωπό μου, απ’ τους ασταμάτητους κλυδωνισμούς και τον ορυμαγδό των μεταλλικών κρότων, απ’ τις αποτυχημένες προσπάθειές μου να σταματήσω αυτή την τρελή πορεία τραβώντας την κόκκινη χειρολαβή κινδύνου, απ’ τα πάντα.
Το τραίνο έκοβε ταχύτητα μόνο όταν έμπαινε σε σταθμό, αλλά και πάλι όλα ήταν αλλόκοτα, όλα ήταν λάθος, αφού κανείς σταθμός δεν έμοιαζε με τυπικό σταθμό υπόγειου σιδηροδρόμου, με το ¨λευκό¨, κουρασμένο πλήθος των επιβατών, τα πλαστικά καθίσματα και τις διαφημιστικές αφίσες, και έπειτα το τραίνο ποτέ δεν σταματούσε τελείως, μόνο επιβράδυνε αρκετά για να δω καλά τις λεπτομέρειες του ¨σταθμού¨ και ύστερα επιτάχυνε δαιμονιωδώς για να ξαναβουτήξει εκκωφαντικά στο δυσοίωνο σκοτάδι της στοάς.
Μια παράξενη νάρκη με είχε καταλάβει και δεν μπορούσα να θυμηθώ τους προηγούμενους σταθμούς, εκτός απ’ τον τελευταίο. Ήταν γεμάτος από πλήθος οπλισμένων ανδρών με κελεμπίες και γενειάδες που πανηγύριζαν γύρω από κάτι κρεμασμένους, κραδαίνοντας τα καλασνικωφ τους . Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκαναν κάτι μπόγοι από ρούχα , βαλμένοι παράμερα, στο περιθώριο του ανταριασμένου πλήθους, ώσπου κατάλαβα έκπληκτη πως οι μπόγοι ήταν γυναίκες κουκουλωμένες με πέπλα, που παρακολουθούσαν τα επινίκια των ανδρών τους.
Μετά, όλους αυτούς κατάπιε το σκοτάδι και το πρόσωπό μου ξαναφάνηκε ανέκφραστο και παγωμένο σαν μάσκα στο τζάμι. Δεν άντεχα να το βλέπω, έτσι στράφηκα προς το διάδρομο, κοιτώντας τις χειρολαβές να λικνίζονται ρυθμικά για ώρες, έτσι μου φάνηκε τουλάχιστον, ώσπου το τραίνο επιβράδυνε και πάλι.
Αυτή την φορά, γύρω μου, απλώνονταν μια απέραντη παραγκούπολη, που οι άκρες της χάνονταν στο σκοτάδι. Ο τενεκομαχαλάς φωτιζόταν απ’ τις εστίες μπροστά στις παράγκες, όπου οι ρακένδυτοι κάτοικοί της μαγείρευαν το φαγητό τους. Εκτεταμένες περιοχές καλύπτονταν από σωρούς σκουπιδιών, όπου ολόκληρες οικογένειες μαζί με κοκκαλιάρικα σκυλιά ψαχούλευαν για ότι χρήσιμο η φαγώσιμο. Πότε πότε οι σκουπιδόλοφοι άναβαν μόνοι τους καταυγάζοντας αυτό το απίστευτο συνονθύλευμα ανθρώπων και απορριμμάτων και έστελναν μαζί με το φως τους και μια απίστευτη δυσωδία μέσα στο βαγόνι. Που να βρισκόταν αυτή η παραγκούπολη, αναρωτήθηκα, αλλά δεν βασάνισα το μυαλό μου, όλοι οι τενεκομαχαλάδες ίδιοι είναι, είτε στην Πόλη του Μεξικού, είτε στο Δελχί η το Σοβέτο, όπως ίδιες είναι οι αρρώστιες που θερίζουν του κατοίκους τους.
Το τραίνο άφησε πάλι αυτή την βρώμα πίσω του και εγώ δεν άντεξα άλλο. Άρχισα να βηματίζω σαν κατάδικος πάνω-κάτω στο διάδρομο και όλα τα γιατί που στοίχειωναν το μυαλό μου αντήχησαν δυνατά στα τοιχώματα του βαγονιού καλύπτοντας την φασαρία. Γιατί ήμουν εγκλωβισμένη μέσα σ ’αυτό το δαιμονικό τραίνο ; Γιατί ήμουν υποχρεωμένη να παρακολουθώ από την ασφάλεια της ερημιάς μου όλη τη φτώχια, τη βλακεία και το φανατισμό του πλανήτη ; Γιατί δεν μπορώ να βγω στο φως και τον αέρα, έξω απ ‘ αυτό το τούνελ που διαπερνούσε σαν συρίγγιο τη σάρκα της Γης , πηγαίνοντας με αρρωστημένη επιμέλεια από την μια πληγή της στην άλλη ;
Σταμάτησα να γρονθοκοπώ τα τζάμια και να κλωτσάω τα καθίσματα όταν το τραίνο έφτασε και παραδόξως σταμάτησε στον επόμενο σταθμό. Επιτέλους, θα έβγαινα έξω, σκέφτηκα με λαχτάρα πίσω από τις κλειστές ακόμη πόρτες, ώσπου πρόσεξα πως αυτή η στοά κάτι μου θύμιζε. Αρχαία λιθοδομή, θολωτή, πολύ ενδιαφέρουσας αρχιτεκτονικής, μόνο που και από τις δύο μεριές του τραίνου εκτείνονταν στρατιωτικά οχυρώματα, σακιά με άμμο και συρματοπλέγματα, που πίσω τους πάνοπλοι φαντάροι σημάδευαν οι μεν τους δε , με μένα ανάμεσα. Το αστέρι του Δαυίδ από τη μια, παλαιστινιακά κεφαλομάντηλα απ’ την άλλη.
¨ Η στοά της Ιερουσαλήμ ¨ φώναξα. Και τότε άρχισαν οι εκατέρωθεν ριπές που θρυμμάτισαν τα παράθυρα αναγκάζοντάς με να βουτήξω στο πάτωμα του διαδρόμου.
Εδώ βρήκε να σταματήσει το τραίνο της αδιαφορίας μου γαμώτο ; Εδώ ;
Το τραίνο έκοβε ταχύτητα μόνο όταν έμπαινε σε σταθμό, αλλά και πάλι όλα ήταν αλλόκοτα, όλα ήταν λάθος, αφού κανείς σταθμός δεν έμοιαζε με τυπικό σταθμό υπόγειου σιδηροδρόμου, με το ¨λευκό¨, κουρασμένο πλήθος των επιβατών, τα πλαστικά καθίσματα και τις διαφημιστικές αφίσες, και έπειτα το τραίνο ποτέ δεν σταματούσε τελείως, μόνο επιβράδυνε αρκετά για να δω καλά τις λεπτομέρειες του ¨σταθμού¨ και ύστερα επιτάχυνε δαιμονιωδώς για να ξαναβουτήξει εκκωφαντικά στο δυσοίωνο σκοτάδι της στοάς.
Μια παράξενη νάρκη με είχε καταλάβει και δεν μπορούσα να θυμηθώ τους προηγούμενους σταθμούς, εκτός απ’ τον τελευταίο. Ήταν γεμάτος από πλήθος οπλισμένων ανδρών με κελεμπίες και γενειάδες που πανηγύριζαν γύρω από κάτι κρεμασμένους, κραδαίνοντας τα καλασνικωφ τους . Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκαναν κάτι μπόγοι από ρούχα , βαλμένοι παράμερα, στο περιθώριο του ανταριασμένου πλήθους, ώσπου κατάλαβα έκπληκτη πως οι μπόγοι ήταν γυναίκες κουκουλωμένες με πέπλα, που παρακολουθούσαν τα επινίκια των ανδρών τους.
Μετά, όλους αυτούς κατάπιε το σκοτάδι και το πρόσωπό μου ξαναφάνηκε ανέκφραστο και παγωμένο σαν μάσκα στο τζάμι. Δεν άντεχα να το βλέπω, έτσι στράφηκα προς το διάδρομο, κοιτώντας τις χειρολαβές να λικνίζονται ρυθμικά για ώρες, έτσι μου φάνηκε τουλάχιστον, ώσπου το τραίνο επιβράδυνε και πάλι.
Αυτή την φορά, γύρω μου, απλώνονταν μια απέραντη παραγκούπολη, που οι άκρες της χάνονταν στο σκοτάδι. Ο τενεκομαχαλάς φωτιζόταν απ’ τις εστίες μπροστά στις παράγκες, όπου οι ρακένδυτοι κάτοικοί της μαγείρευαν το φαγητό τους. Εκτεταμένες περιοχές καλύπτονταν από σωρούς σκουπιδιών, όπου ολόκληρες οικογένειες μαζί με κοκκαλιάρικα σκυλιά ψαχούλευαν για ότι χρήσιμο η φαγώσιμο. Πότε πότε οι σκουπιδόλοφοι άναβαν μόνοι τους καταυγάζοντας αυτό το απίστευτο συνονθύλευμα ανθρώπων και απορριμμάτων και έστελναν μαζί με το φως τους και μια απίστευτη δυσωδία μέσα στο βαγόνι. Που να βρισκόταν αυτή η παραγκούπολη, αναρωτήθηκα, αλλά δεν βασάνισα το μυαλό μου, όλοι οι τενεκομαχαλάδες ίδιοι είναι, είτε στην Πόλη του Μεξικού, είτε στο Δελχί η το Σοβέτο, όπως ίδιες είναι οι αρρώστιες που θερίζουν του κατοίκους τους.
Το τραίνο άφησε πάλι αυτή την βρώμα πίσω του και εγώ δεν άντεξα άλλο. Άρχισα να βηματίζω σαν κατάδικος πάνω-κάτω στο διάδρομο και όλα τα γιατί που στοίχειωναν το μυαλό μου αντήχησαν δυνατά στα τοιχώματα του βαγονιού καλύπτοντας την φασαρία. Γιατί ήμουν εγκλωβισμένη μέσα σ ’αυτό το δαιμονικό τραίνο ; Γιατί ήμουν υποχρεωμένη να παρακολουθώ από την ασφάλεια της ερημιάς μου όλη τη φτώχια, τη βλακεία και το φανατισμό του πλανήτη ; Γιατί δεν μπορώ να βγω στο φως και τον αέρα, έξω απ ‘ αυτό το τούνελ που διαπερνούσε σαν συρίγγιο τη σάρκα της Γης , πηγαίνοντας με αρρωστημένη επιμέλεια από την μια πληγή της στην άλλη ;
Σταμάτησα να γρονθοκοπώ τα τζάμια και να κλωτσάω τα καθίσματα όταν το τραίνο έφτασε και παραδόξως σταμάτησε στον επόμενο σταθμό. Επιτέλους, θα έβγαινα έξω, σκέφτηκα με λαχτάρα πίσω από τις κλειστές ακόμη πόρτες, ώσπου πρόσεξα πως αυτή η στοά κάτι μου θύμιζε. Αρχαία λιθοδομή, θολωτή, πολύ ενδιαφέρουσας αρχιτεκτονικής, μόνο που και από τις δύο μεριές του τραίνου εκτείνονταν στρατιωτικά οχυρώματα, σακιά με άμμο και συρματοπλέγματα, που πίσω τους πάνοπλοι φαντάροι σημάδευαν οι μεν τους δε , με μένα ανάμεσα. Το αστέρι του Δαυίδ από τη μια, παλαιστινιακά κεφαλομάντηλα απ’ την άλλη.
¨ Η στοά της Ιερουσαλήμ ¨ φώναξα. Και τότε άρχισαν οι εκατέρωθεν ριπές που θρυμμάτισαν τα παράθυρα αναγκάζοντάς με να βουτήξω στο πάτωμα του διαδρόμου.
Εδώ βρήκε να σταματήσει το τραίνο της αδιαφορίας μου γαμώτο ; Εδώ ;
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου